Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2023

ΑΓΑΠΗ ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟ

 


             Το  βιβλίο με τίτλο ΑΓΑΠΗ ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟ που κυκλοφορεί από την ΚΑΠΑ εκδοτική, είναι ένας ύμνος αφιερωμένος στις ρομαντικές δεκαετίες του 1970 και του 1980, τότε που οι έρωτες, ευνοημένοι από ειλικρινή συναισθήματα και μυστικούς δεσμούς, θύμιζαν παιδικά ξένοιαστα Καλοκαίρια. Η ιστορία διαδραματίζεται στον Αμυγδαλεώνα και οι πρωταγωνιστές της μυθοπλασίας πλαισιώνονται από υπαρκτά πρόσωπα που έζησαν στο χωριό κι έμειναν  τα ίχνη τους ανεξίτηλα. Και πρόσωπα που ζούνε ακόμη και θυμούνται την «βόλτα» τα Σαββατόβραδα, τα παιδικά παιχνίδια στις γειτονιές, το φλερτ, τα ραβασάκια, τα πάρτι με τους δίσκους των 45 στροφών και τα λικέρ του βύσσινου και της μέντας.

Αλλά δεν ήταν όλα ρόδινα.  Τον Ιούνιο του ’80, ένα συμβάν στάθηκε η αφορμή να αλλάξουν σχέδια, να πεθάνουν παιδικές φιλίες, να λησμονηθούν εφηβικά όνειρα. Η προδοσία συναντήθηκε με τα μυστικά κι αυτός ο συνδυασμός ήταν πιο επικίνδυνος κι από στραβοπάτημα στην άκρη του γκρεμού.  Η δράση και οι συμπεριφορές των ηρώων αντικατοπτρίζουν μια εποχή που χάθηκε στη σκόνη του χρόνου με συντηρητικές νοοτροπίες και έναν ρηχό καθωσπρεπισμό που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα και τις επιλογές τους. Αλλά και με αγάπες που δεν διαβρώθηκαν και με αισθήματα που δεν αλλοιώθηκαν όσο σκληρά κι αν πολεμήθηκαν.

Οι δύο κεντρικοί ήρωες, μέσα από μία διαδρομή είκοσι και πλέον χρόνων, δοκίμασαν μεθόδους που αγνοούσαν τις οριζόντιες διαστάσεις δίνοντας την μεγαλύτερη προσοχή τους στο βάθος. Με σύμμαχο την ισχυρή αγάπη βρέθηκαν σε έναν τόπο και μοιράστηκαν τους πικρούς καρπούς της αμυγδαλιάς. Στον τόπο που κάθε ατομική έννοια, κάθε φυσικός αριθμός,  κάθε ακριτόμυθη αναφορά, παύουν να ισχύουν. Εκεί που υπάρχει μόνο το «υπερβαίνω» και το «διαλογίζομαι» κι ανάμεσά τους το ένστικτο… 

 

Ηρώ Καραμανλή

Αμυγδαλεώνας 1/11/2022

 

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟ 1917


 

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΣΤ' ΑΛΗΘΕΙΑ Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟ 1917;

Ο ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ ΜΑΝΟΣ ΜΑΛΑΜΙΔΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΣΤΗ VORIA.GR ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ.

 

Η σπίθα που… έγινε πυρκαγιά και κατέκαψε την Θεσσαλονίκη το 1917, πιστεύεται ότι “ξέφυγε” από την κουζίνα μιας νοικοκυράς που τηγάνιζε ψάρια. Όμως, ο ιστορικός ερευνητής και συλλέκτης, Μάνος Μαλαμίδης, και ο φιλόλογος Ηρακλής Λούφης, αφηγούνται στη Voria.gr μια διαφορετική ιστορία, μέσα από το σταντ του Ιστορικού και Συλλεκτικού Αρχείου Θεσσαλονίκης στο περίπτερο 15 της 82ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.

 «Εκείνη την 5η Αυγούστου 1917 ο Βαρδάρης φυσούσε πολύ δυνατά. Όλα ξεκίνησαν από ένα προσφυγικό σπίτι στην πλατεία Μουσχουντή, στη συμβολή των οδών Ολυμπιάδος και Κασσάνδρου. Τότε, λεγόταν πλατεία “Σουρ Χορ Χορ” (στα τουρκικά “τρεχούμενο νερό”), γιατί εκεί υπήρχε μια βρύση από την οποία γέμιζαν οι κάτοικοι τις στάμνες με το νερό».

 «Οι νοικοκυρές δεν τηγάνιζαν ψάρια, ούτε έφτιαχναν ιμάμ μπαϊλντί, αλλά “έβαζαν καζάνι”, δηλαδή ετοίμαζαν ένα μεγάλο καζάνι γεμάτο νερό, πάνω σε φωτιά με ξύλα για να κάνουν μπουγάδα. Βουτούσαν μέσα τα ασπρόρουχα μόλις ζεματούσε το νερό από τη φωτιά κι έριχναν σταχτόνερο, για να βγουν τα υφάσματα λευκά και λαμπερά...».



Αυτή η διαδικασία γινόταν στις κοινές αυλές που σχημάτιζαν μαζί τέσσερα - πέντε σπίτια. Σε κάθε γειτονιά υπήρχε ένα σημείο που οι νοικοκυρές “έβαζαν καζάνι”. Εκείνο το απόγευμα δύο γυναίκες προσφυγικής καταγωγής, ονόματι Παρασκευούλα Αδάμ και Δόμνα Σαββόγλου, κατέβηκαν να κάνουν μπουγάδα. Σπίθες πετάχτηκαν λόγω του αέρα από το καζάνι της πρώτης προσφυγοπούλας, αλλά εκείνη το αντιλήφθηκε αμέσως, έσβησε την φωτιά, τελείωσε την μπουγάδα κι έπεσε να κοιμηθεί. Ύστερα προσπάθησε η δεύτερη να βάλει καζάνι, αλλά ο Βαρδάρης “έσπρωξε” και πάλι τη φωτιά στον αχυρώνα, που βρισκόταν δίπλα από το σημείο της μπουγάδας. Η γυναίκα δεν μπόρεσε να περιορίσει την φωτιά και αμέσως το σπίτι τυλίχθηκε στις φλόγες.

 

 «Όταν πιάνει δυνατός Βαρδάρης στην Θεσσαλονίκη, τα μποφόρ κρατούν δυο μέρες. Αυτές οι δύο μέρες ήταν αρκετές για να καεί ολόκληρη η πόλη. Αν η φωτιά ξεκινούσε από τα Ανατολικά, ο Βαρδάρης δεν θα είχε τι να κάψει και θα σταματούσε. Όμως ξεκίνησε από Δυτικά και αυτό ήταν η αιτία για να επεκταθεί και να κάψει όλη την πόλη».

 

 

«Γιανκίρ Βαρ!», που στα τουρκικά σημαίνει «πήρε φωτιά» φώναζαν σε όλη την πόλη και από τον Πύργο Τριγωνίου ηχούσαν κανόνια, δίνοντας σήμα συναγερμού.

 

Το ένα χτύπημα του κανονιού σήμαινε φωτιά στα Ανατολικά, τα δύο στα Δυτικά και τα τρία στο κέντρο. Επί ποδός ήταν τα στελέχη των ιδιωτικών πυροσβεστικών υπηρεσιών, τις οποίες λειτουργούσαν μόνο οι ασφαλιστικές εταιρείες. Οι πυροσβέστες με τις περίλαμπρες στολές έσβηναν τις φωτιές, μόνο στα σπίτια που ήταν ασφαλισμένα στη δική τους εταιρεία. Κι αν δεν ήταν, γίνονταν επί τόπου διαπραγματεύσεις, μέχρι να προκύψει οικονομική συμφωνία και κατόπιν έσωζαν την περιουσία του ιδιώτη.

 

 

 Γιατί δεν μπορούσε να σταματήσει η πυρκαγιά;

 

Εάν δεν είχε συμβεί η πυρκαγιά του 1917, τότε η μεγαλύτερη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης θα ήταν αυτή που είχε κάψει ξανά την πόλη το 1890. Η Θεσσαλονίκη ήταν ανέκαθεν “πυροπαθής” πόλη. Καιγόταν συχνά, σχεδόν ανά 20ετία, λόγω πολλών χαρακτηριστικών της. Αρχικά, ήταν μια πόλη χωρίς ρυμοτομία. Ο καθένας έχτιζε όπου ήθελε και όταν παντρεύονταν τα παιδιά του, έχτιζε από δίπλα και σπίτι για τα παιδιά. Μέσα στα σπίτια είχαν το “καινούργιο προϊόν”, το πετρέλαιο, που χρησιμοποιούνταν για το μαγείρεμα και τον φωτισμό. Και στα ισόγεια των σπιτιών υπήρχαν αχυρώνες για να μένουν τα ζώα. Ως πρώτο υλικό δόμησης χρησιμοποιούνταν το ξύλο και οι δρόμοι ήταν πολύ στενοί. Ο μεγαλύτερος δρόμος (στα τουρκικά “γιολ”), που λεγόταν και “φαρδύς δρόμος” ήταν η Εγνατία, που σε κάποια σημεία το πλάτος της έφτανε τα οκτώ μέτρα. Τα λεγόμενα “σοκάκ” που στα τουρκικά σημαίνει αδιέξοδο, είχαν πλάτος 3-4 μέτρα.

Οι δυο γυναίκες παραπέμφθηκαν σε δίκη για να αποδειχθεί ότι η πυρκαγιά δεν οφειλόταν σε εμπρησμό. Κρίθηκε ότι οι προσφυγοπούλες προκάλεσαν τη φωτιά από αμέλεια και οι ασφαλιστικές εταιρείες αναγκάστηκαν να πληρώσουν συνολικά τέσσερα εκατομμύρια λίρες (το αρχικό ποσό ανέρχονταν σε οκτώ εκατομμύρια), ως αποζημίωση στους πυρόπληκτους Θεσσαλονικείς.

 


Σύμφωνα με τον κ. Μαλαμίδη, ανθρώπινα θύματα από την πυρκαγιά δεν υπήρχαν. Όμως, τις μέρες εκείνες αναφέρθηκαν ως νεκροί δύο Γάλλοι στρατιώτες των Συμμαχικών Δυνάμεων που βρίσκονταν στην Θεσσαλονίκη. Την ώρα της φωτιάς, κάποιος αξιωματικός έστειλε περίπολο για να ειδοποιήσει τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Κι εκείνοι, είπαν στους ιδιοκτήτες να φύγουν από τα σπίτια, επειδή θα γκρεμιστούν για να δημιουργηθεί αντιπυρική ζώνη. Οι δύο στρατιώτες μπήκαν στα σπίτια και έκαναν πλιάτσικο. Λίγες μέρες αργότερα, εντοπίστηκαν να πωλούν τα κλοπιμαία τιμαλφή στο κέντρο της πόλης, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν επιτόπου, χωρίς δίκη.

 

«Θεωρώ την πυρκαγιά θεόσταλτη, για να δημιουργήσουμε μια νέα δυτικού τύπου πόλη και να αξιοποιήσουμε ένα εμπορικό λιμάνι σύμφωνα με την όμορφη περιοχή από την οποία περιβάλλεται», είχε πει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, απαντώντας σε ερώτηση Γάλλου δημοσιογράφου στο Παρίσι, τέσσερις ημέρες μετά τη φωτιά, αγνοώντας τα εκατομμύρια πυρόπληκτων αστέγων Θεσσαλονικέων.

 Για τα επόμενα πέντε χρόνια, η κυβέρνηση έψαχνε τρόπους για να εξευρωπαΐσει την Θεσσαλονίκη, εξαιτίας και των πιέσεων Ευρωπαίων εμπόρων, επενδυτών που αναγνώριζαν το στρατηγική θέση του λιμανιού της πόλης. Ο αρχιτέκτονας Ερνέστ Εμπράρ έκανε τις παρεμβάσεις που του ανατέθηκαν μέχρι το 1921, σχεδιάζοντας την πόλη από την αρχή και δίνοντας αυτή τη νέα πνοή που χρειαζόταν η Νύμφη του Θερμαϊκού.

 ΠΗΓΗ :  https://www.voria.gr/