Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

"ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ"


 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΦΛΕΒΕΣ – Έρως

Γράφει η συγγραφέας Ηρώ Καραμανλή

 

«Έρως ανίκατε μάχαν…»!!!

 Και ποιος δεν γνωρίζει την οικουμενική φράση από την Αντιγόνη του Σοφοκλή που στο τρίτο στάσιμο και λίγο πριν την κάθαρση της τραγωδίας, ο χορός εξυμνεί τον παντοδύναμο έρωτα εν μέσω μιας διαμάχης για το αν θα υπερισχύσει  ο άγραφος θεϊκός νόμος ή ο γραπτός νόμος των ανθρώπων. Οι λίγο μεγαλύτεροι σε ηλικία, θυμούνται τη φράση και από την ελληνική ταινία «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη να απαγγέλει τον ύμνο του έρωτα με τρεμάμενη φωνή και λαμπερά μάτια από τα δάκρυα, μία αλησμόνητη στιγμή που αποδείκνυε περίτρανα τα συναισθήματά της προς τον καθηγητή Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

 Αποτελεί μέγιστη αλήθεια το γεγονός πως ο έρωτας είναι το εντονότερο από όλα τα συναισθήματα που η φύση προίκισε τον άνθρωπο. Ο Καρτέσιος κάνει λόγο για τον έρωτα στο πόνημά του «Περί παθών της ψυχής» και τον κατατάσσει μεταξύ των έξι θεμελιωδών παθών του ανθρώπου. Ο Καντ διαχωρίζει τον έρωτα σε δύο είδη, το ένα είδος είναι η παθολογική αγάπη η οποία πηγάζει από την αισθησιακή φύση του ανθρώπου και το άλλο, είναι η πρακτική αγάπη που προέρχεται από την συνείδηση του ηθικού χρέους. Κατά τον Σέλλιγκ, έρωτας είναι «ο δεσμός όλων των όντων», ο Έγγελς λέει πως «ο έρωτας είναι η συνείδηση της ενότητας ενός ανθρώπου με κάποιον άλλο άνθρωπο» και ο Σοπενάουερ αναφέρει πως ο έρωτας είναι ένα στρατήγημα της φύσης για τη διατήρηση του είδους.

 Το «Έρως ανίκατε μάχαν» του Σοφοκλή έχει μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Αυτό και μόνο φανερώνει πως ο έρωτας είναι σαν πυρετός, περιέχει ισχυρά συναισθήματα και μεταμορφώνει τον άνθρωπο δίνοντάς του ένα νέο σκοπό, μια αλλιώτικη οπτική από αυτήν που είχε για όλα τα πράγματα. Τον καθιστά ανίκανο να κατανοήσει οτιδήποτε δεν είναι έρωτας και οτιδήποτε είναι έρωτας τον ολοκληρώνει ως οντότητα και τον γεμίζει ευτυχία. Έτσι, η κοινωνική, ψυχολογική και φιλοσοφική διάσταση του αρχέγονου αυτού συναισθήματος, αναλύθηκε ως φαινόμενο από αρχαιοτάτων χρόνων και θα αναλύεται στο διηνεκές.

 Η ΛΕΞΗ

 Έρως, ο

 Έρωτας είναι το έντονο συναίσθημα έλξης και επιθυμίας μεταξύ δύο προσώπων. Μεταφορικά σημαίνει το πάθος, την ιδιαίτερη αγάπη, την υπερβολική αφοσίωση σε κάτι. Είναι αρχαία λέξη και προέρχεται από το ρήμα έραμαι (αγαπώ, ποθώ). Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης αναφέρει στο λεξικό του πως η λέξη είναι άγνωστης ετυμολογίας. Από το ίδιο ρήμα παράγονται οι λέξεις : έρασις (επιθυμία), ερασιχρήματος, εραννός (ευχάριστος), εράσμιος, εραστής, αξιέραστος, ερατεινός, ερατός (αγαπητός), Ερατώ, ερατώνυμος, παιδεραστής, κα.

 Από την αρχή της ύπαρξης της λογοτεχνίας, το ερωτικό φαινόμενο δίνει κίνητρο και ισχυρή έμπνευση στους λογοτέχνες που πολλοί από αυτούς έχουν παρουσιάσει αριστουργηματικά έργα με θέμα τον έρωτα. Κατά την πρωτόγονη εποχή δεν παρουσιάζεται σε καμία εκδήλωση το φαινόμενο του έρωτα. Το συναντάμε βαθμιαία να εκδηλώνεται σε διάφορες εκφραστικές μορφές με την εξελικτική πρόοδο του πολιτισμού. Στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα εμφανίζεται υπό μορφήν ενστίκτου του ανδρικού φύλου προς το γυναικείο. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα καταστρατήγησε έναν δεκάχρονο πόλεμο επειδή η Ελένη ερωτεύθηκε τον Πάρι. Τα ερωτικά μυθιστορήματα των πρώτων μετά Χριστόν αιώνων, επέδρασαν όχι μόνο στη μεταγενέστερη φιλολογία του Βυζαντίου αλλά και στη λογοτεχνία όλης της δύσης. Μερικά από τα πιο αξιόλογα ήταν : «Έρως και ψυχή» του Απουλήιου, «Κατά Δάφνιν και Χλόην¨του Λόγγου (250 μ.Χ.), «Τα καθ’ Ηρώ και Λέανδρον» του Μουσαίου(550 μ.Χ.), κα. Ο Ιπποτικός έρωτας ξεκινάει κατά τον 11 ο αι, και εξασθενεί την εποχή της Αναγέννησης με τον ερχομό του ρομαντικού έρωτα όπου οι κύριοι και οι κυρίες σε κοινωνικούς κύκλους εξυψώνουν τον Πλατωνικό έρωτα. Στη νεοελληνική λογοτεχνία ο έρωτας υπήρξε έμπνευση όλου του συγγραφικού κόσμου, όχι μόνο των καθαρολόγων ποιητών αλλά και των δημοτικιστών. Κατά το τέλος του 19 ου αιώνα με την εμφάνιση νέων τάσεων στη φιλολογία, σημειώνεται και η αντίστοιχη μεταβολή στις αντιλήψεις περί έρωτος.

 Τα βιβλία που ασχολούνται με την ιστορική πορεία του ερωτικού φαινομένου, αναφέρουν πως την περίοδο της επικράτησης του Ρεαλισμού δεν θα ήταν δυνατόν να διατηρηθεί ο Ρομαντικός έρωτας, ως εκ τούτου παρατηρείται μία εξασθένιση του ερωτικού συναισθήματος. Κατά την προσωπική μου άποψη, δεν πιστεύω ότι ισχύει αυτό επειδή ο έρωτας, οποιαδήποτε εποχή με οποιεσδήποτε συνθήκες, παραμένει ισχυρός, αμετάβλητος και νικητής. Ακριβώς όπως το λέει ο Σοφοκλής :

 «Έρως, ανίκατε μάχαν»!!!

ΠΗΓΕΣ

ΛΕΞΙΚΟ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ

ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ «ΗΛΙΟΥ» 

  (Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΩΙΝΗ, Δευτέρα 27/6/22)

 

Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΦΛΕΒΕΣ – Χαμαιτύπη



 ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΦΛΕΒΕΣ – ΧΑΜΑΙΤΥΠΗ

 Γράφει η συγγραφέας Ηρώ Καραμανλή


Τον 15ο αιώνα εφευρέθηκε η τυπογραφία από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο με την χρησιμοποίηση του επίπεδου πιεστηρίου.  Το πρώτο βιβλίο που τύπωσε ο Γουτεμβέργιος ήταν η Βίβλος στην λατινική της μετάφραση (Βουλγάτα), σε σελίδες των 42 αράδων το 1455. Τυπογραφία είναι η εκτυπωτική μέθοδος στην οποία χρησιμοποιούνται ανάγλυφες μεταλλικές πλάκες, επίπεδες ή κυλινδρικές, στις οποίες το θέμα που θα μελανωθεί και θα εκτυπωθεί, προεξέχει.  Η τυπογραφία  είναι αρχαία ελληνική λέξη, σύνθετη,  που σχηματίζεται από το ουσιαστικό τύπος και το ρήμα  γράφω.  Κατά λέξη σημαίνει «τύπτω  γραφή» (χτυπώ τα γράμματα).

Η τυπογραφία,  όχι όπως την ξέρουμε σήμερα, ήταν διαδεδομένη και γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Τα θεμέλια της αναπαραγωγικής διαδικασίας τοποθετούνται στην προϊστορία και στη ιστορία της γραφής που άρχισε στη Σουμερία την 4η χιλιετία π.X. Οι Σουμέριοι τελειοποίησαν ένα σύστημα γραφής στον άργιλο και ήξεραν πώς να δημιουργούν αντίγραφα με τη δημιουργία καλουπιών μπρούτζου  και χαλκού. 

Έλληνες τεχνίτες της εποχής του χαλκού ανέπτυξαν την τέχνη της δημιουργίας αντιγράφων από καλούπια ανάγλυφα και εσώγλυφα. Δείγματα όπως ο ανερμήνευτος ακόμη δίσκος της Φαιστού, που αποτελεί το «παλαιότερο δείγμα κινητής τυπογραφίας στον κόσμο» (1700 π.Χ.) αλλά και η αποτύπωση παραστάσεων στα αρχαία Ελληνικά κοσμήματα και νομίσματα (600 π.Χ.), για την δημιουργία των οποίων έχει χρησιμοποιηθεί διαδικασία παρόμοια με αυτή που χρησιμοποίησε ο Γουτεμβέργιος για την δημιουργία τυπογραφικών στοιχείων, δηλαδή τη χρήση της μήτρας (matrix) και του πατρότυπου (patrix), αποδεικνύουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες έφθασαν πολύ κοντά στην εφεύρεση της τυπογραφίας.

Μία πρωτόγονη μορφή τυπογραφίας επίσης, ήταν  και η χρήση σφραγιδόλιθων από τους Βαβυλώνιους και άλλους αρχαίους λαούς. 
Η αντιγραφή των βιβλίων με το χέρι, με τη χρήση πένας ή πινέλου με μελάνι, ήταν χαρακτηριστικό των αρχαίων πολιτισμών της Αιγύπτου, της Ελλάδας και της Ρώμης. Με παρόμοιο τρόπο γινόταν και η αντιγραφή βιβλίων στα μεσαιωνικά μοναστήρια.

Η ΛΕΞΗ

Χαμαιτύπη,  επιθ..

Αρχαία, σύνθετη λέξη που αποτελείται από το τύπος  παράγωγο του τύπτω (με τύπτει η συνείδησή μου),   που σημαίνει χτυπώ, πλήττω, (κυρίως δια ροπάλου ή ξύλου «τύπτουσιν ροπάλοισιν…» [τον όνον]   Ίλ. Λ. 561) και την λέξη χαμαί : χάμω, κάτω.   Με την αρχαία αυτή λέξη, ονομάζεται η γυναίκα που εξασκεί «το αρχαιότερο επάγγελμα στον κόσμο», η ιερόδουλη,  η πόρνη.  Η λέξη είναι άγνωστη σήμερα αλλά χρησιμοποιείται η λέξη χαμαιτυπείο : πορνείο, καταγώγιο.

Ονομάστηκαν έτσι οι πόρνες της αρχαιότητας, οι γνωστές εταίρες, επειδή φορούσαν ειδικά φτιαγμένα σανδάλια που στη σόλα τους που είχαν ανάγλυφα τα γράμματα και σχημάτιζαν την λέξη «έπου», δηλαδή : ακολούθησε, ενώ  άλλες είχαν γραμμένο το όνομά τους. «Τύπωναν χαμαί», κάτω δηλαδή, στα χωμάτινα δρομάκια, την πρόσκλησή τους στους υποψήφιους πελάτες.

Η πρακτική αυτή καταγράφεται στην πλούσια Κόρινθο της αρχαιότητας. Εκεί έζησε και η καλλίπυγος, μορφωμένη και με ονομαστή εξυπνάδα, εταίρα Λαΐς. Η Λαΐδα πληρωνόταν, όπως είχε πει ο Διογένης ο κυνικός, δέκα χιλιάδες δραχμές (που ισοδυναμούσαν με δώδεκα κιλά ασημιού) για μια ερωτική συνεύρεση. Ένα ποσό αστρονομικό σημερινής αξίας περίπου δύο χιλιάδων ευρώ. Ο φιλόσοφος  Σωτίων υποστήριζε ότι η παροιμιώδης έκφραση «οὐ παντός άνδρός ἐς Κόρινθον ἔσθ’ ὁ πλοῦς», δηλαδή «δεν είναι για όλους τους άνδρες η πλεύση προς την Κόρινθο», αναφερόταν στις πανάκριβες υπηρεσίες της  Λαΐδας, που δεν μπορούσαν να τις απολαύσουν όλοι.

 

ΠΗΓΕΣ

ΛΕΞΙΚΟΝ LIDELL & SCOTT

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ «ΗΛΙΟΥ»

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΠΡΩΙΝΗ, Δευτέρα 20/9/21

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2022

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ - ΕΝΑΣ ΧΟΡΟΣ ΓΙΑ ΛΙΓΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ


 

 ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ - ΕΝΑΣ ΧΟΡΟΣ ΓΙΑ ΛΙΓΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ

Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.

Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων. Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.

Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:

Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,

ρίξε μια γλυκιά πενιά,

σαν γεμίσω το κεφάλι,

γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.

(Τσέτσης)

 Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει. Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.

 Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:

Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα

του θανάτου η καμπάνα και για μένα.

(Τσιτσάνης)

Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,

όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.

(Βαμβακάρης)

Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου. Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι·απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα. Είναι χορός μοναχικός. Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.

 Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός. Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι’ αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί. Και στο μάτι δεν κολλάει. Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ’ άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.

(Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πόρνη σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ’ όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)

 Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι’ αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.

Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.

Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει». Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει. Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.

Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.

Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει. Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.

Μπορεί και να γίνει έτσι.

Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο. Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.

* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».

Το κείμενο είναι του Διονύση Χαριτόπουλου που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ».