Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

GAME OF DEATH


Ἡ ἀγανάκτηση πού κοχλάζει μέσα στά ὑπόγεια, εἶναι μορφή παγκόσμιου φαινομένου πού οἱ λαοί τό ὀνομάζουν ἀνάγκη. 

Ἡ ἀνάγκη εἶναι μία παρόρμηση ἀδάμαστη πού ἀνυψώνεται ἀπό τά σκοτάδια τῆς δουλείας στόν ἐλεύθερο οὐρανό. Ἡ ἀνθρώπινη φύση γεννήθηκε μέ ἀνάσα τήν Ἐλευθερία. Κάθε φορά πού ἡ μέγγενη τῆς ἀπανθρωπιᾶς σφίγγει τό λαιμό της, στά σπλάχνα της κοχλάζει ἡ σιωπηλή λάβα τῆς ὀργῆς καί στό μυαλό της καρφώνεται ἡ ἰδέα τῆς Ἐπανάστασης.
Στήν καθημερινή γλῶσσα, συνηθίζεται νά ἀποκαλεῖται "Λερναία Ὕδρα" κάθε ὑπόθεση πού παρά την προσπάθεια νά τελειώσει, παρουσιάζονται νέα δεδομένα πού καθυστεροῦν την περάτωσή της. 
Μιά τέτοια περίπτωση εἶναι καί οἱ μεταρρυθμίσεις στήν ἐποχή τῶν Μνημονίων τῆς Ἑλλάδας. Οἱ θρυψίαρχοι ἡγέτες της ἀπό τό 2010 μέ κομπασμούς καί εὐχολόγια τυρβάζουν μεθόδους μέ πρόσχημα τήν προσαρμογή στίς νέες μνημονιακές συγκυρίες. Ὅμως ἡ ἀνάπτυξη δέν ἔρχεται οὔτε στήν Ἑλλάδα, οὔτε στήν Εὐρώπη. 
Τό ΔΝΤ τρέφεται ἀπό τή δυστυχία, τήν ἀρρώστια, τήν καταστροφή, τίς αὐτοχειρίες, τόν θάνατο. Στή μήτρα του κυοφορεῖ την ὕδρα. Γεννάει ἕνα τέρας σέ τόπους ἀνέχειας πού σπέρνει τόν ὄλεθρο. Κάθε φορά πού ὁ τόπος αὐτός, προσπαθῶντας νά ὀρθοποδήσει κόβει τό κεφάλι τῆς ὕδρας, στή θέση του φυτρώνουν ἄλλα δύο πού ζητᾶνε νά τραφοῦν. 
Αὐτή ἡ ἀλητεία λέγεται πρόοδος. Αὐτός ὁ συρφετός τῆς σαπίλας προβάλει τόν ἑαυτό του ὡς βοηθό και συμπαραστάτη, συμπαρασύρει μαζί του κι ἐκείνους πού κυβερνοῦν. Πολιτικοί πού μιλᾶνε γιά ἀνάπτυξη ἀλλά δέν βλέπεις γύρω σου παρά μιά σιχαμερή στασιμότητα. Ἀκολουθοῦν τήν εὐθεῖα πού ἐπιβάλει τό ΔΝΤ, πού πάντα καταλήγει σέ φιάσκο, χορεύουν στό ρυθμό του, ἀλλά ὁ ρυθμός εἶναι τόσο λιτός πού καταντάει λιπόσαρκος. 
Αὐτοί εἶναι οἱ πολιτικοί τῆς Ἑλλάδας πού ἡ Ἱστορία θά τούς τοποθετήσει στό περιθώριό της γιατί κατάργησαν τούς αἰώνιους νόμους : τήν Δικαιοσύνη, τήν Ἀλήθεια, τήν Ἠθική καί τήν Ἐλευθερία. Σ' αὐτές τίς συνθῆκες καί μέ τόν σπόρο τῆς ὀργῆς, γεννιοῦνται οἱ μεγάλες Ἐπαναστάσεις πού τό αἷμα τους ἐπιφέρει πάντα τή λύτρωση !
ΗΚ

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ - Η ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ


Της Κατερίνας Παπαδοπούλου,
Προϊσταμένης Γ.Α.Κ- Αγιάς

Στις 8 Μαρτίου 1907 ο Μαρίνος Αντύπας άφηνε την τελευταία του πνοή στον Πυργετό χτυπημένος από τις σφαίρες του επιστάτη Ιωάννη Κυριακό. 

Η σορός του μεταφέρθηκε στη Λάρισα στο Ξενοδοχείο  "Γαλλίας", όπου εκτέθηκε σε δημόσιο προσκύνημα και η κηδεία του έγινε με μεγαλοπρέπεια στις 11 Μαρτίου του 1907. Με απαίτηση των κατοίκων του Ομολίου μεταφέρθηκε με λαϊκή πομπή και ετάφη στο Ομόλιο.  
    
Η δολοφονία του Μ. Αντύπα ήταν το αποκορύφωμα της αντίδρασης των γαιοκτημόνων της Θεσσαλίας που αντιδρούσαν σε κάθε απόπειρα αναδιανομής της γης και της αποκατάστασης των ακτημόνων της Θεσσαλίας.

Ο Μιλτιάδης Δάλλας, βουλευτής Αγιάς το 1890, περιέγραφε με μελανά χρώματα την κατάσταση της Θεσσαλίας δέκα χρόνια μετά την Απελευθέρωση «…ουδεμία συστηματική μέριμνα, (για την Θεσσαλία) τουναντίον δε, κατεπνίγη παν ότι ανευρέθη εν αυτή, εγκλήματα, ερήμωσις, πείνα. Αι σήμερον διαπραττόμεναι βάρβαροι πράξεις προϊόν κακής διοικήσεως, δεν συνέβαινον ουδέ επί της διοικήσεως των Τούρκων».

Οι πρώτες προσπάθειες για την επίλυση του Αγροτικού ζητήματος ξεκίνησαν το 1896 με την συγκρότηση Επιτροπής που απαρτιζόταν με κρατικούς υπαλλήλους και βουλευτές της Θεσσαλίας, με σκοπό την προετοιμασία των απαραίτητων γεωργικών νομοσχεδίων. Όμως τις προσπάθειες αυτές ήρθε να διακόψει  ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897. Στα χρόνια που ακολούθησαν το αγροτικό πρόβλημα οξύνθηκε, ενώ οι πρώτες διανομές των κτημάτων, του Στεφάνοβικ, ξεκίνησαν με αργούς ρυθμούς το 1902 και οι πρώτες οργανωμένες αντιδράσεις των αγροτών εκδηλώθηκαν τον Αύγουστο του 1906  στην Καρδίτσα. 
   
Την ίδια περίοδο ο Μ. Αντύπας έφτασε στη Θεσσαλία και ανέλαβε την  επιστασία στα κτήματα του θείου του Σκιαδαρέση στο Ομόλιο, εφαρμόζοντας προοδευτικά μέτρα, όπως την αργία της Κυριακής, την αμοιβή των κολλήγων με το 75% της παραγωγής (αντί του 25% που ίσχυε ως τότε) και την παραγραφή των χρεών τους. Συγχρόνως, άρχισε να κινητοποιεί και να οργανώνει  τους αγρότες της Θεσσαλίας καταγγέλοντας την καταπίεση που υφίσταντο από τους τσιφλικάδες, ενώ παράλληλα, συζητά με ανεξάρτητους και φιλελεύθερους Θεσσαλούς βουλευτές, όπως τον Γ. Φιλάρετο, το Σοφ. Τριανταφυλλίδη, και τον Μ. Δάλλα για τη δημιουργία νέου Κόμματος, του «Γεωργικού», το οποίο θα προωθούσε την άμεση επίλυση του αγροτικού ζητήματος.

Οι ενέργειες αυτές του Αντύπα ανησύχησαν τους γαιοκτήμονες, οι οποίοι με επικεφαλής τον βουλευτή Αγιάς Αγαμέμνωνα Σλήμαν έρχονται σε σύγκρουση με τον Μαρίνο Αντύπα. Έτσι, οι γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας που «είχαν συνενώνει τας χείρας των μετά του  Σλήμαν…. και συνεπεία των εισηγήσεων του Σλήμαν» τον καταγγέλουν στις Αρχές της Λάρισας ως «υποκινητή ερεθισμού των αγροτών κατά των κυρίων τους και επικίνδυνο για την τάξη».

Ποιός ήταν όμως ο Αγαμέμνονας Σλήμαν, ο οποίος εκπροσωπούσε τα συμφέροντα των μεγάλων ιδιοκτητών της Θεσσαλίας και ήταν ο πολέμιος του Μ. Αντύπα στη Θεσσαλία;

Ο Αγαμέμνονας Σλήμαν ήταν γιος του αρχαιολόγου Ερρίκου Σλήμαν και είχε εκλεγεί βουλευτής Αγιάς το 1905, παραγκωνίζοντας από την τοπική πολιτική σκηνή τον συνετό και φιλελεύθερο πολιτικό Μ. Δάλλα. Όπως αναφέρει ο Γ. Κορδάτος : 

«εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή της Αγιάς, χωρίς να έχει καμία σχέση με τον τόπο. Το μόνο του προσόν ήταν η αντιδραστικότητά του. Τύπος παλιού φεουδάρχη, μισούσε τους αγρότες και σιχαινόταν τους κολλιγάδες. Τους θυμότανε μόνο στις παραμονές των εκλογών και ξοδεύοντας αλύπητα έβγαινε βουλευτής. Το πέρασμά του από την Αγιά αποτελεί μια μαύρη σελίδα της πολιτικής ιστορίας του τόπου».


Από την άλλη ο Μ. Δάλλας έκπληκτος για το αποτέλεσμα των εκλογών του 1905 σε άρθρο του στην εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ, αποτυπώνει την πικρία του και την έκπληξή του για την εκλογή του Σλήμαν, τον οποίο χαρακτήριζε «πολιτικόν τυχοδιώκτην» αναρωτώμενος: «Πώς η άλλοτε υπερήφανος αύτη επαρχία υπέστη τοιαύτην μείωσιν; Πώς κατορθώθη δια της συκοφαντίας και της διαβολής να εκβάλη ο λαός τους τα βέλτιστα λέγοντας και πράττοντας. Πώς υπεχώρησαν και ηφανίσθησαν εκ της πολιτικής σκηνής άνδρες στενώς μετά του τόπου συνδεόμενοι και μακροχρονίους αγώνας προσενεγκότες; Πού στηριζόμενοι άνθρωποι μηδέν έχοντες πολιτικόν προσόν κατώρθωσαν να παραγκωνίσωσι τους πάντας και να κυριαρχώσι των πάντων;»

Πράγματι, ο Σλήμαν προσπάθησε να περιορίσει τη δραστηριότητα του Μ. Αντύπα και εισηγήθηκε στον Νομάρχη Λάρισας Κ. Νιώτη μέτρα περιορισμού της δράσης του. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1906 σημειώθηκε σοβαρό επεισόδιο φιλονικίας μεταξύ του Μ. Αντύπα και του Νομάρχη στην Κεντρική πλατεία Λάρισας. 

Ο Αντύπας θεωρώντας τον Α. Σλήμαν ως τον κύριο υπεύθυνο και υποκινητή  της εναντίον του στάσης των αρχών, στις 10 Σεπτεμβρίου κατέβηκε στην Αθήνα για να ζητήσει εξηγήσεις από τον Σλήμαν. Σε έντονη λογομαχία που είχε με τον Σλήμαν τον ράπισε δημοσίως στην πλατεία Συντάγματος με αποτέλεσμα να συλληφθεί, να δικαστεί και να φυλακιστεί επί ένα εικοσαήμερο. Στην απολογία του στο δικαστήριο ο Αντύπας τόνιζε μεταξύ άλλων :
«Δεν είμαι στοιχείον κακοποιόν και ταραξίας. Είμαι παιδί του λαού, που συγκινήθηκε διά την οικτρά κατάστασιν των αγροτών της Θεσσαλίας. Ο μηνυτής μου, Γερμανός την καταγωγήν και άνθρωπος των τσιφλικούχων, με κατηγόρησε εις τον Νομάρχην Λαρίσης ως δημεγέρτην, στασιαστήν και ταραξίαν. Η καταγγελία ήτο ψευδής. Εις τους αγρότας ωμίλησα πολλάκις αλλ’ όχι ως στασιαστής. Ωμίλησα ως ανθρωπιστής και κοινωνιστής. Τους υπέδειξα ότι δύναται να διεκδικήσουν τα δικαιώματά των και ότι τα τσιφλίκια είνε η γη των προγόνων των, η βιαίως και ατίμως περιελθούσα εις την κατοχήν των μπέηδων και πασάδων αρχικώς και ακολούθως μεταβιβασθείσα εις τυράννουςφέροντας ελληνικά ονόματα, αλλά ψυχήν ανθρωπομόρφων θηρίων…».

Και σε άλλο σημείο:
«Εις την Θεσσαλίαν η κατάστασις ήτο αθλία και η εικών απαισία. Έλληνες αδελφοί μας γυμνοί και κάτισχνοι, εφ’ ων τα οστά μόνον και η επιδερμίς προσκολλώνται, χρησιμεύουσιν ως τα φορτηγά ζώα των ημεδαπών τυράννων… Ήρχισα λοιπόν και έργω και λόγω παρέχων εις τους χωρικούς πάσαν δυνατήν ευκολίαν, απαλλάσσων τούτους από τας δουλικάς αγκαρείας, ας καθιέρωσεν η τετρακοσαετής τυραννία των Τούρκων και εξηκολούθησε συνεχίζουσα λίαν ασυστόλως η τεσσαρακονταετής των Ελλήνων τσιφλικούχων απληστία… Καταδικάσατε αυστηρώς τον κατηγορούμενον Αντύπαν, αλλ’ αθωώσατε ασμένως τον συνήγορον της εργασίας και της προόδου».

Λίγες μέρες πριν τη δολοφονία του, στις 14 Φεβρουαρίου του 1907, ο Μαρίνος Αντύπας έγραφε με προφητικό τρόπο σε επιστολή του προς τον "αγαθό του φίλο" Μιλτιάδη Δάλλα : «Το δένδρον της ελευθερίας και προόδου ποτίζεται με ιδρώτα και αίμα διότι παράγει καρπούς τρέφοντας ουχί σώματα αλλά ιδέας αδελφότητα και ανθρωπισμόν».